Βόλτα με συνοδοιπόρους τη φύση και τη μνήμη
Μερικές βόλτες δεν είναι απλώς περπάτημα. Είναι ένας διάλογος — με τη φύση, με τη μνήμη, με τον εαυτό μας. Λίγο έξω από το Ναύπλιο, ανάμεσα σε ελιές, άνθη και σιωπές, δοκίμασα για άλλη μια φορά να ακούσω όσα δεν λέγονται με λέξεις.
Δεν είναι λίγες οι φορές που ξεκινώ ανόρεχτος, ελαφρά κατηφής, «πιασμένος» από τον καναπέ και τη σπιτική ζωή, αλλά ταυτόχρονα «πεινασμένος» για δράση, άσκηση, επικοινωνία.
Η επικοινωνία δεν είναι αγκάθι ούτε στην κοινωνία ούτε στη φύση. Είναι φυσικό στοιχείο, γιατί δεν σε δεσμεύει να μιλήσεις. Μπορείς να «συνομιλήσεις» με τα δένδρα, τα φυτά, τον εαυτό σου, τον εγκέφαλό σου, το πνεύμα σου, το σώμα σου, τη φύση, τους συνοδοιπόρους σου, τα πουλιά — με όσες οντότητες εσύ επιλέξεις να δώσεις λόγο, γιατί απλώς το αξίζουν.
Η τεχνολογία βοηθά με διάφορους τρόπους: φωτογραφία, ομιλία, διαδίκτυο, τεχνητή νοημοσύνη, γραφή — έστω και ψηφιακή.
Όλα είναι καλοδεχούμενα σε ένα περιβάλλον όπου εσύ ο ίδιος βάζεις την υπογραφή της αποδοχής. Γιατί του το επιτρέπεις, χωρίς μικρότητες και αρνητικότητες. Είτε βρίσκεσαι στην εξοχή είτε στην οικία (domicile).
Αυτό συνέβη, λοιπόν, λίγο έξω από το Ναύπλιο.
«Μπαμπά, θα πας πάλι να κουβεντιάσεις με τα δένδρα;»
Ακούστηκε μια φωνή μέσα μου.
Ναι — γιατί αυτά δεν έχουν ανάγκη συνομιλίας;
Σκέφτηκα πως δεν είχα εντάξει σοβαρά αυτό το θέμα στην «ατζέντα» μου, ώστε να το αναπτύξω πιο στοχευμένα. Σήμερα όμως κάτι με «τσίμπησε» και κάνω μια αρχή. Δεν γνωρίζω αν θα έχει επιτυχία.
Ο δρόμος — ομαλή άσφαλτος — περιχαρής για την καταπράσινη, κατάφυτη μπορντούρα του. Άλλοτε με χόρτα και ανάμεσά τους παπαρουνίτσες, σίγουρα πανέμορφες μαργαρίτες — «σ’ αγαπώ, δεν σ’ αγαπώ» — και κίτρινα και μωβ άνθη ραδικιών.
Στο βάθος, σε ύψος αριστερά, λόγγοι και λοφίσκοι, μυθικά οχυρά. Ο επιβλητικός βράχος στα Βακούφια, υποφωτιζόμενος τη νύχτα. Το Καστράκι των Κυκλώπων. Το εκκλησάκι της Παναγίτσας.
Όλα σοφά δεμένα από τη φύση, τους ανθρώπους και τον χρόνο.
…
Ξαναπιάνω τη γραφή ύστερα από αρκετές ημέρες. Έχω χάσει πλέον τον ειρμό της σκέψης — όχι όμως το πάθος.
…
Το Κατσίγγρι είναι το χωριό της γυναίκας μου, η οποία δυστυχώς έχει αποβιώσει. Όμως το άρωμά της είναι μετουσιωμένο σε κάθε γωνιά του χωριού: στα κτήματα, στα δένδρα, στα άνθη των αγρών. Φτάνει μέχρι το Ναύπλιο.
Δεν υπήρχε περίπτωση να κατεβούμε στο χωριό και να μην περάσουμε από τις ελιές — να «μιλήσει» με τα κυκλάμινα, να μαζέψει ρίγανη, να μυρίσει τις ευωδιές της άνοιξης, του καλοκαιριού ή και του χειμώνα.
…
Εν προκειμένω, η βόλτα αυτή είχε και την πλευρά της άσκησης: περπάτημα, ασκήσεις γυμναστικής, ελαφρύ τροχάδην, στάσεις όταν χρειαζόταν.
Η φανταστική κουβέντα μένει λίγο πίσω, γιατί δεν θυμάμαι πλέον τι σκεφτόμουν για κάθε δένδρο, φυτό και άνθος που έβλεπα. Σίγουρα όμως σκέφτηκα πως μια άλλη φορά θα φωτογραφίσω πιο προσεκτικά τους κορμούς
των λιόδεντρων στη Ξηρόβρυση — και θα «μιλήσω» μαζί τους.
Οι κάκτοι του χωριού είναι τεράστιοι θα έλεγε κανείς αιωνόβιοι. Σκέφτηκα ότι τα φύλλα τους μου είναι χρήσιμα για γραφή..
Θυμάμαι επίσης ότι συνάντησα μια κάτοικο στον δρόμο, που ετοιμαζόταν να πάρει το αυτοκίνητο, και της πρότεινα πεζοπορία. Με λοξοκοίταξε…
Τα υπόλοιπα, φίλοι μου, μαντέψτε τα από τις φωτογραφίες. Οι οποίες, κατά το ήμισυ, έχουν ένα μικρό défaut — αποτέλεσμα ενός τυχαίου, λανθασμένου χειρισμού της συσκευής. Το διόρθωσα αργότερα.
Εις το επανιδείν.
Χρήστος Ρουμελιώτης
Αθήνα, 6 Απριλίου 2026
Επιστροφή Αθήνα Χρήστος και Αγάπη


























































































































«Το καλό φαγητό είναι αδιαπραγμάτευτη αξία! Είναι ένας σημαντικός παράγοντας των ανθρώπινων σχέσεων. Εχει σημασία πώς το επεξεργάζεσαι ή πώς το ξεφτιλίζεις. Στην ταινία λειτουργεί ως ένα μέσο για να εκφραστούν το πάθος, η αλληλεπίδραση μεταξύ δύο ανθρώπων, η ανάγκη να διεισδύσεις σε έναν άνθρωπο χωρίς λέξεις. Επίσης, το φαγητό μπορεί να μείνει στο μυαλό σου για πάντα αν φας κάτι πέρα από τα συνηθισμένα. Θεωρώ ότι οι σέφ είναι μεγάλοι καλλιτέχνες».



Σύμφωνα με το μύθο, η ομορφιά της Περσεφόνης θάμπωσε τον πανίσχυρο θεό του σκότους Πλούτωνα. Η γη άνοιξε και την κατάπιε. Αναζητώντας την, η Δήμητρα κατέφυγε στην Ελευσίνα.



No comments:
Post a Comment